
Η Ελλάδα διέρχεται βαθιά στεγαστική κρίση. Αυτό τεκμηριώνεται από μία σειρά από δείκτες με χαρακτηριστικότερο όλων, αυτόν της υπερβολικής επιβάρυνσης από το στεγαστικό κόστος (ενοίκιο ή δόση δανείου και σχετικοί λογαριασμοί) που σύμφωνα με τη Eurostat αφορά το 31% των νοικοκυριών στις ελληνικές πόλεις. Αυτό σημαίνει πρακτικά πως περισσότερο από 40% του διαθέσιμου μηνιαίου εισοδήματος αυτών χρησιμοποιείται για την κάλυψη των στεγαστικών τους αναγκών. Αυτή η εξαιρετικά δυσάρεστη πραγματικότητα έχει παγιωθεί από το 2015, καθώς έκτοτε η χώρα μας κατέχει αυτή την αρνητική πανευρωπαϊκή πρωτιά.
Οι πολιτικές δυνάμεις μοιάζουν να έχουν συνειδητοποιήσει με μεγάλη καθυστέρηση ότι έχουν την ευθύνη αλλαγής της κατάστασης. Και αξίζει να το σημειώσει κανείς αυτό, καθώς το κράτος ήταν διαχρονικά απόν από την Κατοικία, διευκολύνοντας με διάφορους τρόπους την προώθηση της ιδιοκατοίκησης χωρίς την πρόνοια για παροχή εναλλακτικών λύσεων πλην της εξαίρεσης του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας που καταργήθηκε το 2012. Τόσο η κυβέρνηση με το πλέγμα μέτρων «Σπίτι μου Ι & ΙΙ» όσο και η αντιπολίτευση και κυρίως το ΠΑΣΟΚ που πρόσφατα παρουσίασε σειρά προτάσεων για τη στέγαση καταθέτουν στην ουσία ιδέες στο δημόσιο διάλογο χωρίς ωστόσο να δημιουργούν την απαραίτητη βάση μίας ολοκληρωμένης στεγαστικής πολιτικής. Η Ελλάδα είναι από τις ελάχιστες χώρες στην Ευρώπη χωρίς στεγαστική πολιτική. Έτσι, ακόμη και πιλοτικά προγράμματα που εφαρμόζονται και στη Θεσσαλονίκη προς τη σωστή κατεύθυνση δύσκολα μπορούν να αποκτήσουν βιώσιμο χαρακτήρα.
Ακόμη και σε ευρωπαϊκό επίπεδο έχει διαμορφωθεί σήμερα μία νέα κατανόηση της αντιμετώπισης του στεγαστικού ζητήματος. Έτσι, για πρώτη φορά υπάρχει Επίτροπος αρμόδιος για τη στέγαση, έστω κι αν στα ζητήματα ενασχόλησής μου με την Κατοικία στις Βρυξέλλες η μόνιμη επωδός ήταν πως η ΕΕ δεν έχει αρμοδιότητα για τη Στέγη. Κι όμως επηρεάζει το πλαίσιο εντός του οποίου λειτουργούν οι αγορές κατοικίας ποικιλοτρόπως και η ρύθμισή τους απαιτεί συντονισμό όλων των επιπέδων, από το ευρωπαϊκό ως το τοπικό.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να πορευτεί άλλο χωρίς ολοκληρωμένη στεγαστική πολιτική που συνθέτει επιμέρους χωρικές, κοινωνικές και οικονομικές πολιτικές. Δεν είναι τυχαίο ότι στα περισσότερα κράτη-μέλη υπάρχει υπουργείο στέγασης. Διότι χωρίς αυτό το θεμέλιο κανείς δεν μπορεί να χτίσει οποιαδήποτε βιώσιμη παρέμβαση. Τα επιμέρους μέτρα δεν είναι αρκετά, καθώς δεν απαντούν στο ερώτημα που πρέπει να τεθεί καταρχήν. Τι είδους παρεμβάσεις και για ποιους/ες ωφελούμενους/ες χρειάζεται να γίνουν. Και κυρίως η ύπαρξη στεγαστικής πολιτικής μπορεί να συμβάλλει στην καλλιέργεια μίας διαφορετικής κουλτούρας για την Κατοικία σε μία χώρα που βιώνει μία μεγάλη αλλαγή σε σχέση με την παράδοση ιδιοκατοίκησης δεκαετιών.
Εντέλει μόνο έτσι μπορεί να προστατευθεί και ο χαρακτήρας της κατοικίας ως δικαιώματος, έστω και αν εμπορευματοποιείται ολοένα και περισσότερο. Και επειδή η αγορά δεν αυτορυθμίζεται, κατά το ρητό, αλλά αντιθέτως παράγει εντεινόμενους αποκλεισμούς, απαιτείται τολμηρή και ολοκληρωμένη δράση.
*Δημοσιεύθηκε στη «ΜτΚ» στις 30.03.2025