
Το Σαββατοκύριακο που μας πέρασε βρισκόμουν στο εξοχικό μου στις Καλύβες, Χαλκιδικής. Μαζί μου ήταν ο αδερφός μου και ο παππούς μου. Μία συζήτηση που κάναμε με έβαλε σε σκέψεις.
Καθότι είμαι αρχιτέκτονας, ο παππούς μου πρότεινε να βρω κάποια άκρη στους «προύχοντες» της περιοχής και να σχεδιάσω μία αρχιτεκτονική μελέτη για κάποιο σημείο από το παραλιακό μέτωπο. Μου εξήγησε ότι θα ήταν ευχής έργον για όλους τους τοπικούς παράγοντες, αν η τάδε ή η δείνα παραλία διέθετε μεγάλο πεζοδρόμιο, πριν την άμμο της ακτής, αν υπήρχε κάποιο αναψυκτήριο με μία παιδική χαρά, ίσως και ένα πάρκινγκ. Με μία τέτοια ανάπλαση θα ερχόταν πολύς κόσμος να επισκεφθεί τις Καλύβες.
Εγώ ομολογώ πως τάχθηκα κατά μίας τέτοιας ιδέας μέσα στη συζήτηση για δύο βασικούς λόγους.
Α) Οι πλαστικές παιδικές χαρές, τα αναψυκτήρια, τα πεζοδρόμια και τα πάρκινγκ παραπέμπουν περισσότερο σε προαστιακά εμπορικά κέντρα των Ηνωμένων πολιτειών της Αμερικής, παρά σε μεσογειακές ακτές.
Β) Αυτό που, κατά τη δική μου άποψη, «πλήγει» αισθητικά και κατ’ επέκταση οικονομικά, τις ακτές των Καλυβών, της Καλλιθέας, του Πευκοχωρίου, ακόμα και τον πεζόδρομο της Λεωφόρου Νίκης στη Θεσσαλονίκη, είναι η ανώνυμη μοντέρνα αρχιτεκτονική των ελληνικών πολυκατοικιών. Η αρχιτεκτονική αυτή ανήκει, για εμένα, σε μία ευρύτερη αλλά ενιαία κατηγορία είτε τη συναντάμε στη Θεσσαλονίκη ως δεκαώροφα κτίρια με ταράτσα είτε στη Χαλκιδική ως διώροφα σπίτια με αυλή και κεραμίδια.
Οι παιδικές χαρές και τα πάρκινγκ ίσως φέρουν μία αναζωογόνηση για ένα χρονικό διάστημα, όμως δεν θα αντισταθμίσουν την απόσταση ανάμεσα στη Χαλκιδική και την ιταλική Καλαβρία ή την ισπανική Μαρμπέγια. Δεν είναι τα πάρκινγκ και τα πεζοδρόμια το ζητούμενο. Δεν είναι αυτό το αρχιτεκτονικό πρόβλημα.
*Δημοσιεύθηκε στη «ΜτΚ» στις 30.04.2025